ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΔΕΙΕΣ ΤΩΝ ΚΑΝΑΛΙΩΝ

θα γίνει το πολυπόθητο ξεκαθάρισμα;

Το πιο επίκαιρο θέμα των ημερών είναι αυτό των αδειών για τα τηλεοπτικά κανάλια πανελλαδικής εμβέλειας. Θα μπορούσαμε να οριοθετήσουμε το θέμα κάπως έτσι: ο τύπος είναι η τέταρτη εξουσία με την έννοια ότι ελέγχει, τοποθετεί τα θέματα που θα τεθούν σε δημόσιο διάλογο και προβληματίζει αυτό που θα ονομάζαμε δήμο, με την αρχαιοελληνική έννοια, το λαό που έχει λόγο για τα τεκταινόμενα στην κοινωνία. Τι έχει γίνει όμως και πως έχει αλλάξει αυτή η εξουσία; Τι στραβό ή τι λάθη έχουν γίνει; Έχουν αλλάξει οι ρόλοι;

Η ΣΥΝΗΘΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Κάποτε η δημοσιογραφία ήταν, όσο μπορούσε, ανεξάρτητη. Αυτό είχε γίνει γιατί ο δημοσιογράφος, ο αρχισυντάκτης και διευθυντής της εφημερίδας σέβονταν το δικαίωμα που είχαν να κρίνουν πράξεις και καταστάσεις ακόμη των πολιτευτών και των κομμάτων που υποστήριζαν. Το σκεπτικό και η λογική ήταν ότι ο δημοσιογράφος και η εφημερίδα ανήκαν στο λαό και όχι σε ένα κόμμα. Εξαίρεση βέβαια ήταν οι κομματικές εφημερίδες, στις οποίες ο αναγνώστης ήξερε τι θα διάβαζε και δεν έψαχνε για κάτι άλλο.

Ο ιδιοκτήτης μίας εφημερίδας ήθελε να μεταφέρει στο κοινό του αυτά που πίστευε, όριζε τις κατευθυντήριες γραμμές μέσα στις οποίες θα χωρούσε η πολιτική της εφημερίδας του. Μιλάμε για την εποχή που η ενημέρωση ήταν αποκλειστικά θέμα των εφημερίδων. Οι κανόνες άρχισαν να αλλάζουν όταν μπήκε στο χορό το ραδιόφωνο, στην αρχή, και η τηλεόραση, αργότερα. Η ενημέρωση έγινε πιο άμεση, ο ανταγωνισμός μεγαλύτερος. Η εφημερίδα σταδιακά άρχισε να φθίνει σαν ενημέρωση και το στοίχημα ήταν να μπει στο χώρο της ανάλυσης των θεμάτων που ενδιέφεραν την κοινωνία.

Όταν τα μέσα ιδιωτικοποιηθήκαν αυτός ο ανταγωνισμός έγινε μεγαλύτερος και μπήκαν σε αυτό το «παιχνίδι» η τηλεόραση, το ραδιόφωνο, οι εφημερίδες και τα περιοδικά. Θα ήθελα να μιλήσω λίγο πιο προσωπικά, για να βάλω τον προβληματισμό μου σε πιο συγκεκριμένο πλαίσιο για να φτάσω τελικά στο ζητούμενο που είναι μία πρόταση για το ρόλο των δημοσιογράφων και των ιδιοκτητών στα μέσα μαζικής επικοινωνίας.

ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΑΤΙΑ

Θυμάμαι, από μικρός, ήθελα να δημοσιογραφώ. Το 1992 το όνειρο αυτό έγινε πραγματικότητα. Η εφημερίδα ήταν κομματική και η ελευθερία του λόγου περιορισμένη. Αυτό όμως ήταν ένα σχολείο για να γυμνάσω το λόγο μου, τόσο το ύφος όσο και την ποσότητα των λέξεων, αφού τότε δεν υπήρχαν τα σύγχρονα συστήματα και η στοιχειοθεσία γινόταν με τις ταινίες που είχαν εκτυπωθεί.

Μετά ήρθαν τα περιοδικά, το δικό μας περιοδικό (αυτό είχε έρθει λίγο πριν από την εφημερίδα), το ραδιόφωνο και η τηλεόραση. Γνώρισα όλη την παραγωγή, σε όλα τα στάδια, τα εμπόδια, τις συμμαχίες, τις συνεργασίες, τις τρικλοποδιές και το πώς δούλευαν οι διάφοροι συνάδελφοί. Κάπου, στο 1992, ήρθε και η αναγνωρισμένη ιδιότητα του κριτικού κινηματογράφου. Και μετά η απομυθοποίηση, δηλαδή, κριτικούς που τους θαύμαζα, μετά τους έβλεπα πιο γήινους, πως λειτουργούσαν, οι παράλληλες και παράνομες ενέργειες συναδέλφων, οι πιέσεις των εταιρειών διανομής για το πώς θα γραφτεί μία κριτική, τις μηνύσεις σε όσους κριτικούς δεν ήταν αρεστοί, τις απολύσεις όσων δεν υπέκυψαν στις πιέσεις.

Μετά ήρθε το διαδίκτυο και ο διαφορετικός τρόπος επαφής με τους αναγνώστες, η διάδραση, το οπτικοακουστικό μέσο, η διαφορετική επικοινωνία, αλλά και τα δημοσιεύματα μούφες, τα στημένα ρεπορτάζ, το παιχνίδι όπως το υπαγορεύουν κέντρα αποφάσεων, η μεταφορά της κίτρινης δημοσιογραφίας στις οθόνες των υπολογιστών μας.

ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΤΟΠΙΟ

Όλα αυτά τι έχουν να κάνουν με τις άδειες για τα τηλεοπτικά κανάλια πανελλήνιας εμβέλειας, θα ρωτούσε κάποιος. Είναι το πλαίσιο όπου στήνεται όλο το σκηνικό. Οι βάσεις που θα μας βοηθήσουν να δούμε τι παίζεται.

Με άλλα λόγια. Τα τηλεοπτικά κανάλια συντηρούνται από τη δουλειά των συναδέλφων, χωρίς αυτούς ένα κανάλι δεν μπορεί να λειτουργήσει. Οι κανόνες λειτουργίας -από τη μεριά των καναλιών- είναι συγκεκριμένοι: τα ρεπορτάζ, οι γνώμες και οι αναλύσεις θα πρέπει να υπηρετούν την πολιτική του καναλιού. Αυτή η πολιτική προσδιορίζεται από τις επαφές των ιδιοκτητών με ελληνικά και ξένα οικονομικά κέντρα αποφάσεων.

Ο δημοσιογράφος που θέλει να συνεργαστεί με ένα τέτοιο κανάλι ή θα δηλώσει ότι η δουλειά του δεσμεύεται από τους περιορισμούς που ορίζει ο διευθυντής του, όπως στα κομματικά έντυπα, ή θα ψεύδεται και θα παραπλανεί το κοινό του. Πάντως δε θα σέβεται τον εαυτό του και την ιδιότητά του.

Θα πρέπει να ξέρει ότι κάθε μέρα θα υπάρχει πάνω από το κεφάλι του η δαμόκλειος σπάθη που θα του κόψει τους δεσμούς με  το κανάλι, αν θέλει να κάνει σωστά τη δουλειά του. Αν δεν λειτουργεί σύμφωνα με το πνεύμα του δημοσιογραφικού λειτουργήματος, τότε δεν μπορεί να λέγεται δημοσιογράφος αλλά παραγωγός τηλεοπτικού χρόνου.

Οι καναλάρχες θέλουν τέτοιους παραγωγούς τηλεοπτικού χρόνου που θα δηλώνουν δημοσιογράφοι και θα είναι συνένοχοι μίας διαπλοκής. Πολύ περισσότερο μίας διαπλοκής για την οποία δε θα ξέρουν παρά ελάχιστα και από την οποία δε θα επωφελούνται παρά με ψίχουλα.

ΤΟ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Αυτά πλέον τα γνωρίζει όποιος έχει κάνει τον κόπο να διασταυρώσει μία είδηση, μέσω διαδικτύου για παράδειγμα, όχι μόνοι οι ασχολούμενοι με τη δημοσιογραφία. Για αυτό το λόγο όλοι αυτοί απλά δε βλέπουν πλέον αυτά τα κανάλια, χρησιμοποιούν το διαδίκτυο ή τον εναλλακτικό τρόπο ενημέρωσης. Οι άδειες λοιπόν θα δοθούν σε επιχειρηματίες που απευθύνονται σε αναλφάβητους ψηφιακά ανθρώπους, που δέχονται την παραπληροφόρηση σαν κανόνα, που συμφωνούν να είναι υποχείρια αχυρανθρώπων κάποιων οικονομικών συμφερόντων, όπως θα περιγράφαμε τους καναλάρχες.

Μας ενδιαφέρουν όμως που θα δοθούν οι άδειες για τους εξής λόγους: Επειδή δεν μπορεί ένα κανάλι να λειτουργεί σαν τέτοιο αν δεν έχει την οικονομική επιφάνεια και δεν μπορεί να συντηρήσει την επιχείρησή του για τα στοιχειώδη. Επειδή δεν μπορεί ένα κανάλι να λέει ότι είναι πανελλαδικό αν δεν έχει ανταποκριτές και συνεργείο στις μεγάλες πόλεις της Ελλάδας. Επειδή ένα κανάλι για να είναι επιχειρηματική δραστηριότητα θα πρέπει να πληρώνει τους εργαζόμενούς του και αυτά που οφείλει στο κράτος, εισφορές στα ταμεία και ΦΠΑ. Επειδή η οικονομική του επιφάνεια έχει να κάνει με την ανεξαρτητοποίησή του και σχετίζεται άμεσα με αυτή.

Ας λειτουργήσει με υγιή τρόπο η τηλεόραση που μας προτείνετε και θα δούμε αν καταδεχτούμε να παρακολουθήσουμε το πρόγραμμά της. Μέχρι τώρα ο χώρος της τηλεόρασης βρόμαγε σαπίλα, λαμογιά και ψευτιά. Ας ελπίσουμε ότι αυτό σύντομα θα αλλάξει.

Γιάννης Φραγκούλης



ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ Ο Γιάννης Φραγκούλης γεννήθηκε στην Αθήνα, το 1960, όπου τέλειωσε το εξατάξιο γυμνάσιο. Σπούδασε χημεία στον Καναδά, στο Μόντρεαλ (Quebec), στο Μόνκτον (New Brunswick) και στην Ορλεάνη (Γαλλία). Το 1989 σπούδασε φωτογραφία στην ΑΚΤΟ, στην Αθήνα. Παρακολούθησε σεμινάρια σημειωτικής, με το Δημήτρη Τσατσούλη (φωτογραφίας, λογοτεχνίας και θεάτρου), στο Ελληνοαμερικάνικο Κολλέγιο. Το 2009 τέλειωσε το Master in Arts, από το Middlesex University, με θέμα της διατριβής του, «Ο μύθος, μια αφηγηματική διακειμενικότητα». Το 1989 άρχισε να αρθρογραφεί και το 1990 ξεκίνησε να γράφει κριτικές κινηματογράφου. Το 1992 έγινε μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου, της οποίας έχει διατελέσει Πρόεδρος, και της FIPRESCI. Το 1994 έγινε μέλος του «Μικρό» (Σωματείο για την ταινία μικρού μήκους), στο οποίο ήταν Πρόεδρος για δύο θητείες. Το 2000 ξεκίνησε να διδάσκει σε σεμινάρια κινηματογράφου στην Ένωση Τεχνικών Κινηματογράφου και Τηλεόρασης (ΕΤΕΚΤ), στο «Μικρό», στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας, στο Μουσείο Κινηματογράφου, στο Μικρό Πολυτεχνείο, στη Σχολή Κινηματογράφου Λυκούργου Σταυράκου, στο δικό του χώρο και σε συνεργασία με τη filmfabrik Productions, στη Θεσσαλονίκη, όπου διδάσκει κινηματογράφο μέχρι σήμερα στο Κινηματογραφικό Εργαστήρι Fabula, το οποίο διευθύνει. Συμμετείχε στο στρογγυλό τραπέζι της FIPRESCI, στην Κωνσταντινούπολη και στη Φιλιππούπολη με θέμα τον βαλκανικό κινηματογράφο. Συμμετείχε σε κριτικές επιτροπές στα Κρατικά Βραβεία Ποιότητας και σε Φεστιβάλ, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Είναι επιστημονικός σύμβουλος του Εργαστηρίου Almakalma, το οποία ερευνά τον Ενιαίο Παραστατικό Χώρο (Performance). Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στην εφημερίδα Εξόρμηση, στην οποία ήταν υπεύθυνος του πολιτιστικού τμήματος, στην Αθηναϊκή, στη Νίκη, στο Μανδραγόρα, στην Ουτοπία, στη Σύγχρονη Εκπαίδευση, στον κατάλογο του Φεστιβάλ της Λάρισας, στη Γραφή, στο Κ.ΛΠ., στο Ριζοσπάστη και στο Αλμανάκ της ΠΕΚΚ. Ίδρυσε το περιοδικό «αντι-Κινηματογράφος», στο οποίο ήταν διευθυντής σύνταξης, το 1992, το περιοδικό «Κινηματογράφος και Επικοινωνία», στο οποίο ήταν διευθυντής, το 2000. Επιμελήθηκε και συνπαρουσίασε, μαζί με τον Κώστα Σταματόπουλο, την εκπομπή «Cineπλάνο», στο 902TV, από το 2008 έως το 2009. Ήταν υπεύθυνος για τους διαδικτυακούς τόπους www.cinemainfo.gr και www.theaterinfo.gr. Ίδρυσε και διεύθυνε το greeceactuality.wordpress.com. και τώρα διευθύνει και αρθρογραφεί στα www.filmandtheater.gr και www.thessalonikinfo.gr. Έχει μεταφράσει το βιβλίο του Jean Mitry, «Ο ρυθμός και η μουσική στον κινηματογράφο», έχει γράψει τα βιβλία «Η κωμωδία στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο», εκδ. Έλευσις, το 2006, «Τι είναι ο κινηματογράφος;», εκδ. Κέντρο Πολιτιστικών Μελετών (σειρά νεανική Βιβλιοθήκη) και «Κώστας Φέρρης», εκδ. της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών. Έχει οργανώσει διάφορες εκδηλώσεις στην Ελλάδα, όπως το Αφιέρωμα στον Παλαιστινιακό Κινηματογράφο, το 2002, την Εβδομάδα Κλασικού Ιαπωνικού Κινηματογράφου και την Εβδομάδα Σύγχρονου Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου, το 2002, ως μέλος της Π.Ε.Κ.Κ. Ήταν καλλιτεχνικός διευθυντής του Πανοράματος Νέων Δημιουργών, στο Ε.Κ.Θ., στη Θεσσαλονίκη, και ιδρυτής της Κινηματογραφικής Λέσχης Solaris, η οποία δραστηριοποιείται πλέον στη Θεσσαλονίκη. Διευθύνει το Αφηγηματικό Εργαστήριο Fabula, που ερευνά τον Ενιαίο Παραστατικό Χώρο. Έχει σκηνοθετήσει τρείς ταινίες μικρού μήκους, οι δύο πτυχιακές για το Master στο πανεπιστήμιο Middlesex, και την ταινία-ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους, «Η αγία της αρχαίας Μαντινείας». ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ «Μέσα από τις βιτρίνες», 8΄, 2009, σκηνοθεσία «Nafasz», 7΄, 2009, σκηνοθεσία «Η αγία της αρχαίας Μαντινείας», 50΄, 2010, ντοκιμαντέρ, σκηνοθεσία «Στιγμή απολιθωμένη», 31΄, 2010, ντοκιμαντέρ, σκηνοθεσία «Η τελευταία λατέρνα», 6΄, 2010, σεναριακή επιμέλεια «Το κλειδί της επιστροφής», 13΄, 2015, σεναριακή επιμέλεια «Το συρματόπλεγμα», 19΄, 2015, σεναριακή επιμέλεια «Στο Τσινάρι», 7΄, 2017, σκηνοθεσία «Sotos, ζωγράφος αει…πράγμων», 2020, 97΄, σκηνοθεσία-φωτογραφία ΒΙΒΛΙΑ «Ο ρυθμός και η μουσική στον κινηματογράφο», του Jean Mitry, μετάφραση, εκδ. Entracte και Σύγχρονη Εκπαίδευση, Αθήνα, 2001 «Τι είναι ο κινηματογράφος;», εκδ. Κέντρο Πολιτιστικών Μελετών, Αθήνα, 2004 «Κώστας Φέρρης», εκδ. Εταιρεία Ελλήνων Σκηνοθετών, Αθήνα 2004 «Η κωμωδία στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο», εκδ. Έλευσις, Τρίπολη, 2006


Copyritght 2022 Thessalonikinfo / All rights reserved